20151214 έξι-ένα

εεέξι-ένα, εεέξι-ένα, εεέξι-ένα
δεεέ μας νοιάζει, δεεέ μας νοιάζει
εεέξι-ένα, εεέξι-ένα, εεέξι-ένα
δεεέ μας νοιάζει, δεεέ μας νοιάζει
δευτέρα 14/12, στο δεύτερο διάλειμμα

τριιία-ένα, τριιία-ένα, τριιία-ένα
δεεέ μας νοιάζει, δεεέ μας νοιάζει
τριιία-ένα, τριιία-ένα, τριιία-ένα
δεεέ μας νοιάζει, δεεέ μας νοιάζει
τρίτη 15/12, στο δεύτερο διάλειμμα

τα χωριά // οι ολύμποι

Μπήκαμε ταυτόχρονα στο χωριό, εγώ με το μηχανάκι εκείνη με την άσπρη φοράδα της· «μαζί πάμε παντού, στις ελιές, στους σκίνους, αλλά γέρασε, μαζί γεράσαμε· γριά εγώ γριά και τούτη». Στα πόδια της φοράδας τριγυρίζει και η μαύρη σκύλα της, άνοιξε την πόρτα της αυλής και τους έβαλε να φάνε. Συνέχισα προς το ελαιοτριβείο, ήταν κλειστό.

ολόκληρο το κείμενο και οι φωτογραφίες, εδώ

τα χωριά / τα αρμόλια

«Ε, που πας; έλα δω!»· καθόταν έξω από το καφενείο του Θοδωρή, στο κέντρο του χωριού. «Όλοι τούτοι δω του καφενείου μπορεί να με κοροϊδεύουνε, αλλά κανείς τους ε ξέρει να συνεννοηθεί με τους ξένους· αγράμματοι. Εγώ εδώ, στα Αρμόλια ήμουν, αλλά ξέρω να κάνω κομουνικέισον με όλους τους ξένους που έρχονται στο χωριό. Μια μέρα στο κάτω καφενείο ήρθαν κάτι Βέλγοι, κάτι Γάλλοι… ρωτούσανε, κανείς δεν ήξερε να κάνει κομουνικέισον. Τότε δανείζομαι από το γείτονα –να “δω πιο πάνω μένει–, πέντε χιλιάρικα και κατέβηκα κάτω και αγόρασα ντιξιονέριαγγλοελληνικό και γαλλοελληνικό και μια μέθοδο με κασέτες…
η συνέχεια του κειμένου και οι φωτογραφίες, εδώ